Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

«Ένας πούστης, μια πουτάνα, ένας Αμερικάνος»

κι ένας Έλληνας δημοσιογράφος – με το συμπάθειο
συνωστισμός θεωριών συνωμοσίας

«Το βιβλίο αυτό γράφτηκε ύστερα από δημοσιογραφική δουλειά πενήντα χρόνων» αναφέρει ο συγγραφέας του Κώστας Παπαϊωάννου. Πρόκειται για το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει… Μια πολιτική ανασκο(λό)πηση της Ιστορίας (1944-2007)», εκδ. Καστανιώτη 2008. Στο πτερύγιό του υπάρχει ένα σύντομο βιογραφικό του όπου σημειώνει: «Σπουδές: Γυμνάσιο – κι αυτό με το ζόρι…». Ύστερα λοιπόν από δημοσιογραφική έρευνα πενήντα χρόνων –πού όμως; άλλοι ερευνούν αρχεία άλλοι ψάχνουν στα σκουπίδια– αποφάσισε να γράψει την ελληνική ιστορία των τελευταίων 63 χρόνων με υλικά τις πιο χονδροειδείς συνωμοσιολογίες, χωρίς ειρμό, με τη μέθοδο κυριολεκτικώς τού «ό,τι θυμάται χαίρεται», παραθέτοντας όμως διάφορα άνοστα και σεξιστικά ανέκδοτα που αντάλλασσε με τους χοντρανθρώπους που συναγελαζόταν για να υφάνει όχι έστω μια κουρελού αλλά ένα πρόστυχο κατασκεύασμα πολιτικού πρωτογονισμού, το οποίο διάφοροι ομοϊδεάτες του ή δημοσιοσχεσίτες βαφτίζουν ιστορική καταγραφή, ερμηνεία των κορυφαίων ιστορικών γεγονότων, με μια λέξη «ιστορία»! Μέχρι τώρα γνώριζα τη διαταραχή που εκδηλώνεται με τον «συνωστισμό ιδεών». Γνωρίζω και την παράδοση που έχει καταντήσει εμμονή στους απογόνους του Θουκυδίδη. Εδώ λοιπόν έχομε συνωστισμό ιδεοληψιών, συνωστισμό θεωριών συνωμοσίας, έχομε το θύμα κατά φαντασίαν και συρροήν βιασμών, να τους περιγράφει με μίσος τυφλό και τρόπο υστερικό και τόσο μα τόσο φτηνιάρικο. Και το απόλυτο ερμηνευτικό εργαλείο, για τα πάντα: η εξάρτηση, η ξένη κηδεμονία, η ξενοκρατία (η αμερικανοκρατία, που διαδέχθηκε την αγγλοκρατία, που διαδέχθηκε την… τουρκοκρατία, που διαδέχθηκε τη φραγκοκρατία). Με τη φράση «Μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα ή είναι ρωσική ή είναι βρετανική. Και εφόσον δεν πρέπει να είναι ρωσική, είναι κατ’ ανάγκη βρετανική» (σ. 31) η οποία αποδίδεται στον βρετανό πρέσβη επί Όθωνος σερ Edmund Lyons εξηγούνται έκτοτε τα πάντα και τα αντίθετά τους. Η βιβλιογραφία του είναι ανόθευτη ελληνική, δηλαδή εγγύηση ότι για όλα φταίει η Δύση.
Ο πρόλογός του, από την πρώτη έως την τελευταία αράδα του, δεν αποτελείται από τίποτε άλλο παρά χυδαία σεξιστικά σχόλια και –αλλού– θα αρκούσε για να πετάξεις στα σκουπίδια το βιβλίο: «Εδώ και κάμποσα χρόνια, από τη δεκαετία του 1950, μια λαϊκή έκφραση έδινε τον καλύτερο ίσως ορισμό της σύγχρονης Ελλάδας: “Ένας πούστης, μια πουτάνα κι ένας αμερικάνος”. [] όταν αποκαλούμε κάποιον “πούστη” [] δεν εννοούμε πάντα ότι είναι ομοφυλόφιλος· όταν αποκαλούμε κάποια, ή κάποιον, “πουτάνα” (η έκφραση, π.χ., “μωρή πουτάνα” καλύπτει και τα δύο φύλα), δεν εννοούμε πάντα ότι εκδίδεται επί χρήμασι… [] όταν, όμως, λέμε “ο αμερικάνος”, εννοούμε τον Αμερικάνο, [] Κι ο Αμερικάνος ήταν πανταχού παρών και (εξασφάλιζε) τα πάντα… μη πληρώ(νων): έτρωγε κι έπινε, γαμούσε κι έδερνε και σκότωνε [] χωρίς να κρύβει τα αισθήματά του και τις προθέσεις του απέναντί μας. [] Το “γαμώ” ήταν το αγαπημένο ρήμα που χρησιμοποιούσαν οι Αμερικάνοι []
Όπως και νά ’χει, με την πάροδο του χρόνου πολλά μπορεί να έχουν συμβεί, πάντως στην ουσία (για την ακρίβεια: στη συνουσία!...) οι Αμερικάνοι άρχισαν να ενδιαφέρονται κάπως για μας, να φέρονται πιο ανθρώπινα (όχι πια… “χωρίς σάλιο”!), να το κουβεντιάζουν μαζί μας, να μας κάνουν κάπου να αισθανόμαστε και μια δόση υπερηφάνειας:
– Πονάς, μωρέ;
– Πονάν τα παλικάρια;
».

Το πόνημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο τμήμα (1944-1967) αναπτύσσονται τα περί του «κωλόχαρτου του Τσώρτσιλ» (συμφωνία της Μόσχας του 1944 με την οποία –φευ!– «η Ελλάδα “κατακυρώθηκε” (90%-10%) στη Δύση!», σ. 19) και εν συνεχεία προσπαθεί να φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα των Γεωργίου και Ανδρέα Παπανδρέου, Φρειδερίκης, Κ. Καραμανλή και Άρη Βελουχιώτη – κάνει μάλιστα μια άτοπη, άσκοπη, ακατανόητη σύγκριση των δύο τελευταίων στη σ. 70. Συνεχίζει με στοιχεία από τις εκλογές του 1961 για να καταλήξει με αυτό που ο ίδιος είχε κάνει επάγγελμα επί 26 χρόνια, την «Επιχείρηση ΑποσταΣΙΑ». Την «αποφράδα» 1η Ιουλίου 1947 αρχίζει η εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν, για να ακολουθήσει ένα χρόνο μετά το Σχέδιο Μάρσαλ. Η «αμερικανοκρατία» είναι πλέον γεγονός και ασκείται από την «Αγία Τριάδα»: «τον εκάστοτε Αμερικάνο πρεσβευτή, τον Έλληνα βασιλιά, τον Έλληνα πολιτικό, ο οποίος κατάφερνε (κάθε φορά) να εξασφαλίζει την εύνοια… των άλλων δύο για να κυβερνήσει». Άλλωστε είναι σημαδιακός και «ο συμβολισμός του αριθμού 3, κάτι που από μικροί μαθαίναμε παίζοντας στους δρόμους: – Για μέτρα ως το τρία… – Ένα, δύο, τρία… – Να την φας και να ’ναι κρύα!» (σ. 35).

Στο δεύτερο μέρος αναπτύσσει τις ιδεοληψίες του περί δικτατορίας, πώς εφαρμόστηκε η συνταγή Γουατεμάλας στην Ελλάδα, με προπαρασκευαστικά βήματα τις εκλογές του 1961 και την «αποσταΣΙΑ» του 1965: «Η Αμερική αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα: να εφαρμόσει για πρώτη φορά συνταγή Λατινικής Αμερικής σε ευρωπαϊκή χώρα-Μπανανία, εγκαθιδρύοντας την πρώτη δικτατορία MADE IN USA στη γηραιά ήπειρο…» (σ. 145). «Οι Αμερικάνοι “μας την έβαζαν”, με το συμπάθειο (τη χούντα), σιγά σιγά και με το μαλακό (άλλο Λατινική Αμερική, άλλο Ευρώπη, διάολε!...), έτσι ώστε, τελικά, η… οριστική επιβολή της ήταν θέμα χρόνου, διαμόρφωσης εσωτερικών συνθηκών, διεθνούς συγκυρίας…» (σ. 147). Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα το οργάνωσαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια οι Αμερικανοί: «ΧΟΥΝΤΑ! Για “να πούμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα”, κατά το γνωστό ανέκδοτο, αν ξαφνικά άνοιγε σήμερα ο φάκελος για το πραξικόπημα του 1967, το ερώτημα δεν θα ήταν “Τό ’καναν οι Αμερικάνοι;”, αλλά “Ποιοι Αμερικάνοι τό ’καναν!”.» (σ. 265). Σε κάθε περίπτωση όμως γνώριζαν τα πάντα ο πρόεδρος Τζόνσον και όλες οι αμερικανικές υπηρεσίες, ο πρεσβευτής Τάλμποτ που ισχυρίστηκε ότι κοιμόταν, ο «σταθμάρχης» της CIA και ο αρχηγός της Χελμς, ο επικεφαλής της Jusmagg – όλοι οι Αμερικανοί γνώριζαν, αλλά και το ΝΑΤΟ: «Δεν μπορεί να μη γνώριζε το ΝΑΤΟ για ένα πραξικόπημα το οποίο θα έκαναν… οι ΗΠΑ, με… ΝΑΤΟϊκό σχέδιο, σε μια… χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ!!! Διάολε!». Όλοι γνώριζαν, «γι’ αυτό φρόντισαν όλοι να έχουν άλλοθι!» (σ. 273). Ωστόσο στην επόμενη σελίδα γράφει:
«– Αιφνιδιασμένος και ιδιαίτερα εκνευρισμένος ήταν ο Χελμς, το “μεγάλο αφεντικό” της CIA: “Μα να γίνει πραξικόπημα στην Ελλάδα και να μη το πάρω χαμπάρι;”. Αδιάφορα σφύριζε κι ο Καραμεσίνης – και οι δύο πάντως έπεισαν (εκείνες τις κρίσιμες ώρες) το Στέητ Ντηπάρτμεντ για τον... φιλοαμερικανισμό των πραξικοπηματιών (αν είναι δυνατόν!...) – μην έχουμε τίποτα παρανοήσεις χωρίς λόγο...
» Με δυο λόγια, οι Αμερικάνοι έδειχναν ότι περίμεναν το πραξικόπημα του βασιλιά με τους στρατηγούς που είχαν εγκρίνει, αιφνιδιάστηκαν από τους συνταγματάρχες και δεν ήξεραν τι να κάνουν, πώς να (τους) φερθούν: όλοι τους “έπεσαν από τα σύννεφα”, που λένε... συνήθως οι συγγενείς ή γείτονες του δράστη μιας, π.χ., πράξης εγκληματικής – εδώ το λένε... οι ίδιοι οι δράστες! (Αμερικάνοι είναι αυτοί, τι να πεις...)
».
Και ακάθεκτος συνεχίζει:
«Αν, λοιπόν, ποτέ οι Αμερικάνοι –“για να πούμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα”– αποφάσιζαν ν’ ανοίξουν τον φάκελο για το πραξικόπημα του 1967, θα ξεκαθαρίζαμε τον ρόλο ενός εκάστου από την τρικέφαλη ηγεσία, θα επιβεβαιώναμε τους λόγους –που τους ξέρουμε– για τους οποίους έγινε το πραξικόπημα…» (σ. 274). [Πρέπει να σημειώσω ότι τα συνεχή αποσιωπητικά δεν δηλώνουν ότι παρέλειψα κάτι, όταν παραλείπω χρησιμοποιώ αγκύλες [], τα αποσιωπητικά είναι πάντα δικά του, γιατί πάντα υπάρχουν κρυφά νοήματα ή ιδέες που δεν προλαβαίνει να αναπτύξει καθώς έρχονται κατά κύματα οι νέες ιδέες του – ο «συνωστισμός» που λέγαμε]. Και για να εξηγήσει γιατί δεν έγινε το «πείραμα» του πραξικοπήματος στην Ιταλία αλλά στην Ελλάδα παραθέτει ένα ακόμη σαχλό ανέκδοτο, το οποίο υποτίθεται ότι έλεγαν σε κύκλους του ΝΑΤΟ, με έναν Άγγλο, ένα Γερμανό, ένα Ιταλό κι ένα Έλληνα που κάποιοι πρέπει να θυσιαστούν για να σωθεί ένα αεροπλάνο και ο Έλληνας κάνει τον σταυρό του και ρίχνει τον Ιταλό φωνάζοντας «Ζήτω η Ελλάδα» (σ. 276). Στον επίλογο θα επαναλάβει τα συμπεράσματα περί αμερικανικού «πειράματος»: «Η χώρα μας αποτελούσε ανέκαθεν πειραματόζωο για τους Αμερικάνους… [] Στην μετεμφυλιακή περίοδο, πειραματίστηκαν μ’ ένα κράτος-Μπανανία στην Ευρώπη και το 1967 έκαναν το πρώτο τους ευρωπαϊκό πραξικόπημα – πρώτο και τελευταίο ως τώρα…» (σ. 295). Όσο για τον τρόπο: «Η διαδικασία ήταν, κατά κανόνα, η ίδια: η πρεσβεία ή ο “σταθμός” (ή και τα δύο) της χώρας-θύμα εισηγείται, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου (Επιτροπή 303) αποφασίζει, η CIA (“Διεύθυνση Επιχειρήσεων”) υλοποιεί, όπως αναλυτικά διαβάσατε…» (σ. 293). Καλού-κακού όμως ετοίμαζαν και εναλλακτικά πραξικοπήματα: «Έτσι, εκινούντο παράλληλα, πρεσβεία (για τους “μεγάλους”) και CIA (για τους “μικρούς”), με τους στρατιωτικούς (JUSMAGG) μπαλαντέρ…» (σ. 294). Βέβαια «ο Ι. Ζίγδης από το 1968 είχε πληροφορίες ότι το πραξικόπημα το έκανε η DIA μέσω της JUSMAGG» (σ. 267). Πώς συνδέονται η επέμβαση στη Γουατεμάλα, οι επιχειρήσεις της CIA εναντίον του Φ. Κάστρο, ο Όσβαλντ, η δολοφονία του Κένεντι, ο Καραμεσίνης και η «αποσταΣΙΑ» μόνο ο δαιμόνιος Κ. Παπαϊωάννου θα μπορούσε να… «αποκαλύψει» με ένα παραλήρημα το οποίο αδυνατεί να παρακολουθήσει πνευματικώς υγιής αναγνώστης, αλλά είναι βέβαιον ότι θα ενθουσιάσει όλους τους υπόλοιπους. Για τους πρώτους, αυτός ο τριχωτός λαϊκισμός σκοντάφτει όχι μόνο στη λογική αλλά και στην αισθητική.
Μέγα όμως επίτευγμα του «ιστορικού» μας είναι και η γελοιοποίηση των ούτως ή άλλως εξόφθαλμα γελοίων θεωριών του άλλου μάστορα της χοντροκομμένης συνωμοσιολογίας Μιχάλη Ιγνατίου (σσ. 231-235). Σύμφωνα με τον τελευταίο υποτίθεται ότι πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την ανατροπή της χούντας Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, στις 19-21 Νοεμβρίου 1973, το «Σεμινάριο της Ρώμης» (ο Κ.Π. εξέδωσε το ομώνυμο βιβλίο του, εκδόσεις Το Ποντίκι 1989), το οποίο οργανώθηκε από το Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών του Οργανισμού American Universities Feeld SeaFF και στο οποίο έλαβε μέρος και ο Ευ. Αβέρωφ. Εκεί «κρίθηκε το μέλλον της Κύπρου, άμεσα συνδεδεμένο με τον τερματισμό της δικτατορίας στην Ελλάδα», αφού τότε ο Σ. Βανς, λέει, προειδοποίησε ότι «αυτή τη φορά μην ελπίζετε ότι θα επέμβει η Αμερική να σταματήσει την Τουρκία», πράγμα που συνέβη τον επόμενο χρόνο. Κάποια γεγονότα όπως το πραξικόπημα της χούντας Ιωαννίδη διά του Ν. Σαμψών κρίνονται ως ασήμαντες λεπτομέρειες και δεν αναφέρονται. Η συμβολή του «ιστορικού» είναι να υπερθεματίσει ανεβάζοντας στον μπερντέ του Ιγνατίου κάτι άσχετους διαλόγους από τον αείμνηστο Μποστ: «Θα έλθω το βράδυ μετά του Αλφόνσου / γι’ αυτό φέρε κι έναν συνάδελφόν σου». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα έτσι έγιναν, αφού ο Ιγνατίου έστειλε τρεις επιστολές στον Ευ. Αβέρωφ κι εκείνος δεν του απάντησε και εφόσον ο Κ. Καραμανλής δεν γράφει το παραμικρό γι’ αυτό το… καυτό «Σεμινάριο» στο «Αρχείο» του και εφόσον έγιναν το πραξικόπημα και η εισβολή στην Κύπρο και επέστρεψε ο Κ. Καραμανλής στην Ελλάδα, άρα οι «ιστορικοί» μας απέδειξαν ότι είναι όοολα αλήθεια και έτσι «Κάποιος θα μπορούσε να αναφωνήσει: “Το ‘Σεμινάριο της Ρώμης’ τώρα δικαιώνεται”!» (σ. 235).
Συνοψίζοντας:
«– Ο Τζόνσον προανήγγειλε πραξικόπημα του 1964.
– Η CIA το πραγματοποίησε το 1967.
– Ο Κίσσινγκερ σφύριξε τη λήξη το 1974
» (σ. 240).
Θα αναπτύξει και τα περί «ατιμωρησίας» της χούντας μετά την πτώση της κλείνοντας –με τι άλλο;–, με ένα σαχλό ανέκδοτο, όπου σε ένα λεωφορείο κάποιος χουφτώνει μια κοπέλα κ.λπ., και όλοι πιέζουν τους συγγενείς της να το ξεχάσουν.

Στο τρίτο μέρος πραγματεύεται την περίοδο 1974-2007. Εδώ δεσπόζει η συνύπαρξη Καραμανλή - Παπανδρέου. Χρησιμοποιεί μάλιστα και μια από τις τελευταίες κοινές φωτογραφίες τους να είναι πιασμένοι «χεράκι χεράκι», για να υποδηλώσει την «ιστορική συνύπαρξη» των δύο ηγετών, αλλά σημειώνει και το «εκπληκτικό τραγούδι του Καζαντζίδη που έλεγε: “[] η καρδιά δεν είναι ΝΑΤΟ έτσι να αποχωρούμε”» (σ. 342). Δεν ξεχνάει όμως να επικρίνει τον Κ. Καραμανλή για την παρέμβασή του το 1984 «μ’ ένα διάγγελμα εντελώς απαράδεκτο (“υπέρ της Ευρώπης”)» (σ. 365). Είπαμε: «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Με δυο λόγια, βρίσκει και κάποια ελαφρυντικά στον ηγέτη της Δεξιάς, και έτσι ο εκπρόσωπος του απόλυτου κακού ήταν, είναι και θα παραμείνει ο Κ. Μητσοτάκης και οι παραφυάδες αυτού.
Όμως όλες αυτές οι απόψεις του είναι προβλέψιμες. Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η «ανάλυσή» του ότι όλα στην Ελλάδα έχουν δρομολογηθεί μετά πάσης λεπτομερείας από την έναρξη της αμερικανοκρατίας:
«1. Εκείνος που το 1947 ανέλαβε να εξετάσει την όλη επιχείρηση ήταν λάτρης του Αλέξανδρου Δουμά! []
Α΄ ΦΑΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ:
“Μετά είκοσι έτη”! Το σχέδιο τηρήθηκε με μαθηματική ακρίβεια: άνοιξη του 1947 μας παρέλαβαν οι Αμερικάνοι ως κηδεμόνες (και ο στρατός έκανε την πρώτη κρούση για δικτατορία), άνοιξη του 1967 βγήκαν τα τανκς!...
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ:
“Οι Τρεις Σωματοφύλακες”! Εδώ, Παπαδόπουλος, Πατακός και Μακαρέζος αναλάμβαναν τους ρόλους του μυθιστορήματος του Δουμά []
2. Εκείνος που το 1967 ανέλαβε τον ίδιο ρόλο, φαίνεται ότι είχε γοητευθεί από τον Μπρεχτ: []
Β΄ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ: Από τον Δουμά στον Μπρεχτ
[σ.σ.: σε κάποια εφημερίδα θα διάβασε, εντυπωσιάστηκε και παραθέτει ένα απόσπασμα από το «Μέτρα ενάντια στη βία» (Ιστορίες του κ. Κόυνερ) όπου ο Μπρεχτ γράφει: «Σαν πέρασαν εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντραινε από το πολύ φαΐ, τον ύπνο και τις διαταγές πέθανε»] για να συμπεράνει: «Ο σχεδιασμός των Αμερικάνων για την μεταπολεμική Ελλάδα ήταν σαφής, όπως αποδεικνύεται ακόμα και από πλευράς… χρονικών προσδιορισμών κλπ. Ειδικά η ιστορία αυτή του Μπρεχτ, που ποτέ δεν εκτιμήθηκε όπως (και όσο) θα ’πρεπε σε σχέση με τη δικτατορία των συνταγματαρχών,
– προσδιόριζε επακριβώς τη διάρκειά της: εφτά χρόνια! (Λίγο είναι;)
– εξηγούσε, κατά τρόπο εκπληκτικό, πώς αντιμετωπίστηκε η χούντα στην Ελλάδα: []
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ:
“Ο κύκλος με την κιμωλία”! Η επιρροή του Μπρέχτ οδήγησε σ’ ένα άλλο ουσιαστικό στοιχείο: την επιλογή των συνταγματαρχών αντί των στρατηγών!» (σσ. 323-327). Κι όλα αυτά γιατί ο πολύ μορφωμένος «ιστορικός» ήξερε απ’ έξω ολόκληρους τους μελοποιημένους στίχους «Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν…»!
Επειδή όμως ανέβηκε πολύ το επίπεδο, αφενός με το... εύρημα του τίτλου του Δουμά και αφετέρου διότι στη στάνη του «ιστορικού» μας παιζόταν Μπρεχτ, ο διανοούμενος ζαλίστηκε κι είπε να προσγειωθεί πάλι γράφοντας ανέκδοτα με απατημένους συζύγους («όλοι θέλουμε να ξενο-“πηδήσουμε”, κανένας δεν θέλει… η γυναίκα του να κάνει το ίδιο…») για να καταλήξει: «Η αμερικανοκρατία (1947-2007), με το συμπάθειο –ένας λόγος έκδοσης του βιβλίου αυτού είναι καθαρά επετειακός–, και το ερώτημα βέβαια που εύλογα γεννιέται είναι: πόσο πρέπει να κρατήσει ακόμα; Και πόσο θα υπαγόμαστε στους ρυθμούς του “κωλόχαρτου” της Μόσχας; Έλεος!» (σ. 327). Ένα άλλο ανέκδοτο με θέμα «Ρε, Γιώργο, μ’ ακούς ή γαμάς ακόμα; (τη γυναίκα μου)» θα βρείτε στις σσ. 493-494). Έτερο με θέμα «γιατί φουσκώνει το μαγιό μπροστά στους άνδρες» στη σ. 494. Μεταξύ των δύο ανεκδότων παρεμβάλλεται ο θρήνος για τη δολοφονία της γλώσσας μας από τα αγγλικά.
Συνοψίζοντας τα 60 χρόνια αμερικανοκρατίας παραθέτει ό,τι θυμάται και με την εξής σειρά αξιολόγησης: αποχώρηση της χούντας υπό την επίβλεψη των Αμερικανών, αποχώρηση των Γερμανών το1944 για να έρθουν οι Εγγλέζοι, απαλλαγή από τον θεσμό της βασιλείας, έλευση του ΠΑΣΟΚ, διάσπαση της Αριστεράς, δικαιολόγηση της τρομοκρατίας 17Ν και ΕΛΑ, ποδοσφαιρικοποίηση της πολιτικής ζωής με τους «κλώνους» («Κωστάκη» και «Γιωργάκη»), επιστροφή στις εκκλησίες και με τηλεστάρ την κυρία Λουκά, επαλήθευση της ηθικής κατάντιας μας με το «Κοκοκάναλο» (ΑΝΤ1) και το Filmnet: «όλη η Αθήνα μια παρτούζα». Επίσης, δεν γίναμε «περισσότερο κοινωνικοί (παρά το ρηθέν υπό αγνώστου σύγχρονου σοφού ότι “η διαφορά μεταξύ ‘πηδήματος’ και μαλακίας είναι ότι με το ‘πήδημα’ γνωρίζεις και κόσμο”)», γίναμε ρατσιστές… «αν μαζί με την τηλεόραση δεν υπήρχαν και οι αλλοδαπές δίμετρες, τι θα γινόμαστε;», απελευθερώθηκαν οι ομοφυλόφιλοι («μια ξένη λέξη (“γκέι”) έλυσε το “πρόβλημα”…»), αποκτήσαμε «εθνικό κοριό» (Μαυρίκης) [] «εθνική κλαψομούνα» και εθνικό «αρχιμάγειρο» (Μαμαλάκης) [], «είδαμε ν’ απελευθερώνονται οι γυναίκες, να τα βγάζουν όλα, μετά… να τα ξαναβάζουν κι αργότερα να τα βγάζουν τμηματικά…» (σσ. 329-332). Και, το πιο τρομερό: «Μπήκαμε στην ΕΟΚ με τη μούρη (και… με φόρα – γι’ αυτό σπάσαμε τα μούτρα μας…) και στην ΟΝΕ με την όπισθεν, οπότε καταλάβαμε ότι το “Ευρωπαίος” ήταν για μας ευρω-πέος: (Συγγνώμη, δηλαδή, αλλά έτσι δεν το αισθανόμαστε;»).
Αλλά ο «ιστορικός» προτείνει, αφού αισθανόμαστε το ευρω-πέος πίσω μας, να τελειώνουμε τουλάχιστον με την επάρατο αμερικανοκρατία: «Μια καλή αρχή μπορεί να γίνει από την 7η τέχνη: τι θα λέγατε για μια ταινία σύγχρονη-φουστανέλα, όπου γκέι Αμερικάνος καουμπόη, απελευθερωμένος πια, ερωτεύεται παράφορα μυστακοφόρο Έλληνα φουστανελά κι αυτός ενδίδει; Δεν θα ’ναι μια καλή αρχή; Από κάπου πρέπει, διάολε, να ξεκινήσουμε...» (σ. 335).
Όταν λέω πως η μέθοδος είναι «ό,τι θυμάται χαίρεται» κυριολεκτώ: Εντελώς λυτός, σε λίγες σελίδες παραθέτει ασυνάρτητα το «κωλόχαρτο του Τσώρτσιλ» του 1944, «που μας κρατάει δεμένους» ακόμη, αλλά πετάγεται και στον «πιτσαδόρο Γκορμπατσόφ», σημειώνει τη σύγχρονη ελπίδα (Κίνα), επιστρέφει στο δικομματικό σύστημα, στα πριν και μετά τη χούντα, στους «Κωστάκη-Γιωργάκη» και πίσω στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, στον Κ. Μητσοτάκη, την Ενωμένη Αριστερά, τις περιπέτειες 1989-1990, καταγράφει λεπτομερώς το μενού από ένα «συνωμοτικό» γεύμα το 1994 του «κρυόκωλου» και «κωλόφαρδου» Σημίτη με τους Θ. Πάγκαλο, Β. Παπανδρέου, Π. Αυγερινό, αναφέρεται σε περιγραφές πώς μας «πηδάνε οι Αμερικάνοι ως κηδεμόνες και ως άνθρωποι», στην ταξιδιωτική οδηγία επί Ρήγκαν («του πορνοστάρ προέδρου των ΗΠΑ»!), τη «Χρονιά του Δράκου» (1996, διαδοχή Παπανδρέου από Σημίτη) και κρεσέντο πώς στην κρίση των Ιμίων ο –«κυριολεκτικά και μεταφορικά»– «μαλάκας» Κλίντον «αναγκάστηκε να παρέμβει, για να μην αρπαχτούν Ελλάδα και Τουρκία και του χαλάσουν την (ακόμα κρυφή, τότε) σχέση του με τη Μόνικα Λεβίνσκι, μια σχέση μάλλον ασυνήθιστη: δέκα “πίπες”, αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες, μετά ή άνευ μαλακίας, χωρίς κανένα “πήδημα”…» (σ. 344). Σημειώνει: «Όλο το υλικό αυτού του απίστευτου προεδρικού σκανδάλου στο «“Μόνικα-γκέιτ”: Οι δέκα “πίπες” που συγκλόνισαν τις ΗΠΑ (“Το Ποντίκι” 1999), σε δική μου επιμέλεια», σ. 496. Ο «ιστορικός» έκανε επάγγελμά του τις ύβρεις εναντίον του Κ. Μητσοτάκη – κι εδώ συνεχίζει προσθέτοντας ύβρεις εναντίον της κόρης του Ντόρας Μπακογιάννη (χρησιμοποιώντας φωτογραφικά και κάποιο πρωτοσέλιδο «Ντόρα, made in USA» για να τη συντρίψει). Αλλά καθώς η μισαλλοδοξία του είναι ανεξάντλητη, όλο και μερικά βαρέλια δηλητήριο περισσεύουν για τους «ολετήρες» του ΠΑΣΟΚ Κ. Σημίτη και Γ. Παπανδρέου. Ισχυρίζεται ότι η μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ σε ένα νέο κόμμα, εντελώς φιλοαμερικανικό, έγινε τη σημαδιακή ημερομηνία 4 Ιουλίου 2003, με την αποπομπή του αντιαμερικανού Κ. Λαλιώτη από τη θέση του Γ.Γ. τον οποίο διαδέχθηκε ο φιλοαμερικανός Μ. Χρυσοχοΐδης: «Και σε μια εποχή που ο αντιαμερικανισμός θέριευε στην Ελλάδα, οι εκσυγχρονιστές παρουσίασαν το “νέο κόμμα” στις… 4 Ιουλίου, εθνική γιορτή των Αμερικάνων» (σ. 371). Παραθέτει μια ανατριχιαστική πραγματική είδηση του 2003, του κανιβαλισμού ενός Γερμανού, περιγράφοντας το βίντεο που «έδειχνε δράστη και θύμα να τρώνε πανευτυχείς τ’ αρχίδια του θύματος στο τηγάνι» (σ. 374), για να καταλήξει με αυτή την κομψότατη παραβολή στο πολιτικό συμπέρασμα: «η Πρόσκληση σε γεύμα από έναν υποψήφιο δολοφόνο, είχε την ιδιαιτερότητά της: ο δράστης (Κ. Σημίτης) οδηγούσε το θύμα του (Γ. Παπανδρέου) στον βέβαιο πολιτικό θάνατο» (σ. 375). Εννοείται ότι βέβαια όλη η συνωμοσία είχε δρομολογηθεί από τις ΗΠΑ, στις 26 Ιουνίου 2003, τότε που ο Κ. Σημίτης είχε επισκεφθεί τον Μπους στην Ουάσιγκτον ως εκπρόσωπος της Ε.Ε. (σ. 368). Μια ακόμη αυθαίρετη περιγραφή της πολιτικής Σημίτη σαν «θεράποντα ιατρού» (αφού πρώτα αναφέρεται στους Κ. Καραμανλή, Φρειδερίκη και τον Γ. Παπαδόπουλο!) δίνει στις σσ. 433-434, όπου προσπαθεί να κάνει μια γυναίκα να νιώσει τον έρωτα φωνάζοντας διαφόρους να προσπαθήσουν μάταια να την ικανοποιήσουν, για να καταλήξει: «Νομίζουμε, δηλαδή, ότι τα τελευταία αυτά χρόνια άδικα θυσιαζόμαστε: μας “πηδάνε” λάθος άνθρωποι, σε λάθος ώρα, χωρίς καμία ελπίδα θεραπείας και, καθώς είναι και κρυόκωλοι, ούτε αυτοί το φχαριστιούνται ούτε κι εμείς βέβαια…» (σ. 434). Και για να εμπεδώσουμε καλύτερα τις απόψεις του προσθέτει και ένα ανέκδοτο επιπέδου φαιοκόκκινου καφενείου, με έναν ευρωγιατρό στον οποίο ο ασθενής πήγε για να του μεγαλώσει το πέος κι αυτός του έκοψε τα πόδια…
Όσο για την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, σημειώνουμε μόνο το παραλήρημα: «Μέσα στα… εντελώς απίστευτα που συνέβησαν στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2007, πέρασε απαρατήρητη η… ομοιότητα των εκλογών αυτών με εκείνες του 1961! Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά και, βέβαια, ατράνταχτα: []» (ακολουθούν επιχειρήματα περί Στρατού, δέντρων κ.λπ., επικίνδυνα για την πνευματική υγεία, σσ. 501-502).
Όμως ο «ιστορικός» τελειώνει την ανασκολόπιση (κυριολεκτικώς – και με γιώτα) της Ιστορίας με το ηρωικό μήνυμα: «Εμείς, όμως, “δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλες νεκροθάφτες”! Και κάποτε, “θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο φτωχός…”!» (σ. 435).
Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν αμφιβάλλω ότι το πόνημα του Κ. Παπαϊωάννου θα γίνει μπεστ-σέλερ. Μια καλή νομίζω ιδέα είναι να περιληφθούν αποσπάσματά του στα σχολικά βιβλία και να διανεμηθεί σε όλες τις σχολικές βιβλιοθήκες. Καθότι εθνικό είναι ό,τι υπηρετεί την ανοησία και τις ιδεοληψίες μας. Αυτός ο πριν την «Αυριανή» αυριανιστής, ο χωρίς χιούμορ άνθρωπος, έκανε τάχα σάτιρα 25 χρόνια, γράφοντας από το σπήλαιο του υπαρκτού εθνολαϊκισμού, εκτρεπόμενου συχνά σε πολιτικό εθνοχουλιγκανισμό, σαχλαμάρες και μπινελίκια. Τώρα ανασκολοπίζει την Ιστορία – και καλά της κάνει, τέτοια που είναι.

● Ο γνωστός αντιιμπεριαλιστής Γ. Σταματόπουλος αναπέμπει ύμνους στον συγγραφέα με το «
Η 60χρονη αμερικανική προσταΣΙΑ»: «Εκτός από το διαβολεμένα οξύαιχμο χιούμορ που διαθέτει ο Κώστας Παπαϊωάννου (είναι ένας από τους μεγάλους τεχνίτες της σκωπτικής - κριτικής γραφής) εξακολουθεί να παραμένει εγγυητής των ερευνητικών, πολιτικών ρεπορτάζ που διακονεί μισόν αιώνα τώρα!» (Ελευθεροτυπία 23.4.2008). Ένας ύμνος επίσης για το πόνημα του Κ. Παπαϊωάννου δημοσιεύθηκε από τον Θανάση Βασιλείου στην Καθημερινή της 13.4.2008.
Μοναδική πραγματική κριτική είναι μέχρι στιγμής εκείνη του Ηλία Κανέλλη
Ανασκολόπιση και εθνολαϊκισμός» και συνέχεια εδώ) στην εφημερίδα Τα Νέα, 19-20.4.2008.